Search for content, post, videos

υποκουλτούρα

Η λέξη υποκουλτούρα προέρχεται από την αγγλική λέξη subculture. Ετυμολογικά προέρχεται από την πρόθεση υπό και την λέξη κουλτούρα, δηλώνοντας την υποκατηγορία μιας γενικότερης κουλτούρας. Ήδη από το 1950, ο κοινωνιολόγος Ντέιβιντ Ρίσμαν (David Riesman), διέκρινε τη διαφορά ανάμεσα στην πλειοψηφία, η οποία αποδέχεται εμπορικά παρεχόμενα στυλ και σημασίες, και μια υποκουλτούρα η οποία υιοθετεί στυλ μειοψηφίας προσδίδοντάς του ανατρεπτικές αξίες. Το 1979 στο βιβλίο του Υποκουλτούρα το νόημα του στυλ, ο Ντικ Χέμπντιτζ (Dick Hebdige) υποστήριξε ότι η υποκουλτούρα είναι ανατροπή της ομαλότητας. Έγραψε ότι οι υποκουλτούρες μπορεί να εκληφθούν ως αρνητικές λόγω της φύσης τους και της κριτικής που ασκούν στο κυρίαρχο κοινωνικό πρότυπο. Ο Χέμπντιτζ υποστήριξε ότι οι υποκουλτούρες συγκεντρώνουν άτομα με παρόμοιες ιδέες και απόψεις που αισθάνονται παραμελημένα από τα κοινωνικά πρότυπα και τους επιτρέπεται, μέσω της ομάδας που δημιουργούν, να αναπτύξουν αίσθηση ταυτότητας.

Το 1995, η Σάρα Θόρντον (Sara Thornton), με βάση τις απόψεις του Πιέρ Μπουρντιέ, περιέγραψε το «κεφάλαιο της υποκουλτούρας» ως την πολιτιστική γνώση και τα βασικά αγαθά που αποκτήθηκαν από τα μέλη μιας υποκουλτούρας, ανεβάζοντας τη θέση τους και βοηθώντας τους να διαφοροποιηθούν από τα μέλη άλλων ομάδων. Το 2007, ο Κεν Γκέλντερ (Ken Gelder) πρότεινε τη χρήση, ως μέσου διάκρισης μιας υποκουλτούρας από τις υπόλοιπες αντικουλτούρες, του επιπέδου διείσδυσής τους στην κοινωνία. Ο Γκέλντερ πρότεινε ακόμη έξι βασικούς τρόπους με τους οποίους μπορούν να αναγνωριστούν οι υποκουλτούρες:

-μέσω των συχνά αρνητικών σχέσεων τους με την εργασία (ως «αδρανείς», «παρασιτικές», στο παιχνίδι ή στον ελεύθερο χρόνο κλπ.),
-μέσω των αρνητικών ή αμφιθυμικών σχέσεων τους με την τάξη (οι υποκουλτούρες δεν έχουν «ταξική συνείδηση» και δεν συμβαδίζουν με τους παραδοσιακούς ορισμούς των τάξεων),
-μέσω της σύνδεσής τους με την περιοχή (που αντιστοιχεί σε όρους όπως «δρόμος», «πάρκο», «κλαμπ») παρά με τον ιδιωτικό χώρο, με τη μετακίνή τους από την κατοικία προς μη οικιακές μορφές ένταξης (δηλαδή κοινωνικές ομάδες πέρα από την οικογένεια), μέσω των υφολογικών τους δεσμών με την υπερβολή και τη μεγαλοποίηση (με ορισμένες εξαιρέσεις),
-με την απόρριψη των κοινοτοπιών της καθημερινότητας και της μαζικοποίησης.

Η μελέτη μιας υποκουλτούρας είναι, συχνά, μελέτη των συμβολισμών που τα μέλη της αποδίδουν στα είδη ένδυσής τους, τη μουσική που ακούν, καθώς και άλλους εμφανείς τρόπους επίδειξης που χρησιμοποιούν. Ακόμη, μελετάται μέσα από τους τρόπους με τους οποίους τα ίδια αυτά σύμβολα ερμηνεύονται από τα μέλη της κυρίαρχης κουλτούρας. Σύμφωνα με τον Ντικ Χέμπντιτζ, τα μέλη μιας υποκουλτούρας συχνά εκφράζουν τη συμμετοχή τους μέσα από μια χαρακτηριστική και συμβολική χρήση του στυλ, το οποίο περιλαμβάνει δική τους μόδα, επιτήδευση και αργκό.

Οι υποκουλτούρες μπορεί να υπάρχουν σε όλα τα επίπεδα των οργανισμών. Έτσι τονίζουν το γεγονός ότι υπάρχουν πολλές κουλτούρες ή συνδυασμοί αξιών, συνήθως εμφανείς σε κάθε οργανισμό, οι οποίες μπορεί να δρουν συμπληρωματικά αλλά και ανταγωνιστικά ως προς τη γενική κουλτούρα του οργανισμού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, έχουν θεσπιστεί νόμοι εναντίον κάποιας υποκουλτούρας με ρύθμιση ή περιορισμό της δράσης της.

Δες τις υποκουλτούρες μέσα από την μόδα της κάθε εποχής και σκέψου το πνεύμα της κάθε εποχής, το zeitgest.

Aξίζει να ρίξεις μια ματιά και στο υπόλοιπο έργο του Ted Polhemus, ο οποίος από την δεκαετία του 1980 ερευνά και δημοσιεύει σχετικό υλικό.

How fashion bubbles from the street

gallery from the book

credits to Ted Polhemus & to ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ